Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε.
Ας σταματήσουμε λίγο το τρομοκρατημένο τρεχαλητό, είναι μάλλον ανούσιο, φρονώ, τα παπούτσια μου φαντάζουν λιωμένα και τα πόδια μου ούτε που τα νιώθω πια. Ας κάτσουμε λιγάκι εδώ, σιμά, να ξαποστάσουμε- τα σύννεφα σα να παραδίδουν τη θέση τους στον ήλιο, έστω και απρόθυμα, και οι αχτίδες του θα μας ζεστάνουν θαρρώ. Τι; Θέλετε ν' αναζητήσουμε καταφύγιο για τη νύχτα, που η όποια περίφημη ζωογόνος του δύναμη θα αδυνατεί να μας προστατέψει από την ψύχρα οπότε αναπόφευκτα η αίσθηση θα εγκαταλείψει σταδιακά τα μέλη μας; Δε χρειάζεται- δε μας χρειάζονται και πολλά. Θα έχουμε ο ένας τον άλλον- ετούτο είναι αρκετό. Ναι, και ΄γω φοβάμαι το μούδιασμα, την προοδευτική λήθη, το θάνατο- όχι, δεν αποζητώ ένα πρόωρο τέλος, δε με έχει τόσο συνεπάρει η γοητεία του Παράλογου, ακόμα το αντιμάχομαι. Μα, να, θα κάνουμε ένα κύκλο, εδώ, στο χώμα. Και θα ανάψουμε μια μεγάλη φωτιά- όχι, δε θα ρίξουμε εκεί όλα τα μαρξιστικά βιβλία, μα θ' αφήσουμε τις φλόγες της να μας ζεστάνουν. Γιατί μπορεί να είμαι σχεδόν παιδί και να μου διαφεύγουν πολλά, μα γνωρίζω πως σε μια μόνιμη, απελπισμένη υποχώρηση δεν υπάρχει ζωή. Γνωρίζω ακόμη πως οι επόμενοι, αυτοί που μας ακολουθούν και θα συνεχίσουν να μας ακολουθούν σε μια φαινομενικά απέλπιδα προσπάθεια πραγμάτωσης των ονείρων τους, θα χρειαστούν ετούτη τη φωτιά για να επιβιώσουν- σα θα φτάσουν θα 'χει πέσει η νύχτα και ο τόπος θα βρίθει από αχόρταγα, σαρκοβόρα αγρίμια. Ας μείνουμε και ας την ανάψουμε, λοιπόν. Κι ας μη κάνουμε βήμα πίσω, παρακαλώ, ας.
-Hel.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου